Ραπόρτο εκδρομής ΠΙΚΠΑ-Κατσουλιέρης-ΚρύαΒρύση – 11 Οκτώβρη 2020

Ε, ότι η μακράν δυσκολότερη εκδρομή,
την οποία πρώτη φορά φέτος δοκιμάσαμε,
και την οποία [πάλι] ένα 24ωρο πριν ανακοίνωσα,
θα συγκέντρωνε τόσο -συνεπή- κόσμο,
δεν το περίμενα. {9 οικογένειες – 15 μαμαδομπαμπάδες & 15 παιδάκια}

Ότι θα τα περνούσαμε ωραία το ευχόμουν όπως κάθε φορά,
ότι τόσα παιδάκια θα παραπονιόσαντο στους γονείς τους “να μη φύγουμε ακόμα!”[από την Κρύα Βρύση, για την επιστροφή] ήταν τόσο γλυκό,
όμως το να παρακολουθείς τα παιδιά να περνάνε τις πίστες σαν τα κατσίκια
και τους γονείς να ημιχαροπαλεύουν ξωπίσω
ήταν αυτό που σίγουρα δεν περίμενα με τίποτα,
δεδομένου ότι το πρώτο σκέλος τής περιπατητικής μας αυτής εξορμησης ήταν ΜΟΝΟ ανηφόρα,
στο δεύτερο μισό της απότομη και εκτός δρόμου (ουσιαστικά μια πλαγιά τεχνηταναδασωμένη την ανεβήκαμε γιούργια, μιας και ούτε σαφές μονοπάτι υπάρχει, ούτε υπήρχε καμιά διάθεση από τα παιδιά να μας περιμένουν – βιάζονταν να κατακτήσουν την κορφή [τέτοιου τύπου να είναι οι κατακτήσεις μας!),
και στο τέλος τής οποίας έπαιζε αναρρίχηση σε βράχο (αλλά σοβαρό βράχο, οριακά επικίνδυνο – μάλιστα μιαν ανασφάλεια την ένιωσα εκεί ψηλά με τόσα παιδάκια – των οποίων οι γονιοί είχαν παραμείνει να τα θαυμάζουν κάτωθεν – να τσαλεντζάρουν την ακροφοβία).

Αφού λοιπόν μιαν ανάσα παραπάνω τηνε πήραμε απολαμβάνοντας τη θέα από τον Κατσουλιέρη (μέχρι του χρόνου ελπίζω να έχω μάθει πόθεν το όνομα),
συνεχίσαμε την ήπια βόλτα έως την Κρύα Βρύση,
ήπιαμε μπόλικο νερό, φάγαμε τα κολατσά μας (πάλι έπεσα έξω – λογάριαζα να τα φάμε επιστρέφοντας στο ΠΙΚΠΑ, όμως με το που αράξαμε κάτω από τον Πλάτανο δίπλα στο κελαρυστό νεράκι, σαν από μόνα τους τα διάφορα μεζέδια ξεπακεταρίστηκαν και καταβροχθίστηκαν),


και συνεχίσαμε από το μονοπατάκι μέχρι τον δρόμο με την αντίκα μπουλντόζα (κι εκεί σήκωνε παραπάνω στάση – τα παιδιά ενθουσιάστηκαν [εδώ ενθουσιάζομαι εγώ κάθε φορά που περνάω από εκεί και στρογγυλοκάθομαι στη θέση τού οδηγού!]),
περάσαμε από την παιδική χαρά, όπου τα παιδιά έπαθαν μια μίνι έκσταση (εννοείται ότι και εκεί σηκώνει παραπάνω στάση), περάσαμε ξανά τον περιφερειακό, περάσαμε από το δασάκι με τις βάσεις για τις σκηνές, και τσούπου-τσούπου φτάσαμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε. Αράξαμε λιγάκι, παίξανε τα παιδιά λίγο, τα είπαμε λίγο, ντεγκουστάραμε λίγα σύκα και λίγο τραχανό, και φύγαμε (για τη θάλασσα…).
Τρεις_πλας ώρες πάνω στην πεντελιώτικη Γη, κάτω από τον αττικό Ουρανό, λαχανητά και χάχανα, φθινοπωρινός ήλιος και ιδρώτας, καλοδεχούμενα συννεφάκια και μυρωδάτα βοτάνια.

Πολύ ωραία!
Πάντα με υγεία!
Βασίλης


Leave a comment